Ship

« Back to Glossary Index

Πλοίο. Γενικός όρος σκάφους αυτοκινούμενου το οποίο μπορεί να μεταφέρει εμπορεύματα ή επιβάτες. Όσον αφορά το εμπορικό πλοίο, ο ορισμός τούτου ποικίλλει. Για παράδειγμα, είναι διαφορετικός κατά τον ΚΙΝΔ από αυτόν του ΚΔΝΔ καθώς και μεταξύ διαφόρων διεθνών συμβάσεων. Έτσι πλοίο κατά τον ΚΙΝΔ (άρθρο 1) είναι «κάθε σκάφος, τουλάχιστον δέκα κόρων καθαρής χωρητικότητας (κκχ), προορισμένο να κινείται αυτοδυνάμως στη θάλασσα.» Δηλαδή κατά τον ΚΙΝΔ δεν είναι πλοίο ένα μηχανοκίνητο σκάφος 9,5 κκχ ή μία ρυμουλκούμενη φορτηγίδα, που δεν κινείται αυτοδυνάμως. Κατά τον ΚΔΝΔ (άρθρο 3) είναι « κάθε σκάφος προορισμένο να κινείται πάνω στο νερό για τη μεταφορά προσώπων ή πραγμάτων, για ρυμούλκηση, επιθαλάσσια αρωγή, αλιεία, αναψυχή, επιστημονικές έρευνες ή για άλλο σκοπό». Εδώ στην περιγραφή του πλοίου λαμβάνεται υπόψη το λειτουργικό στοιχείο. Κατά τον ΔΚΑΣ (άρθρο 3 παράγρ. α) είναι « κάθε περιγραφή πλωτού μέσου, περιλαμβανομένων των άνευ εκτοπίσματος σκαφών και των υδροπλάνων, χρησιμοποιουμένου ή δυναμένου να χρησιμοποιηθεί σαν μέσο μεταφοράς δια του ύδατος», και κατά την MARPOL 73/78 (άρθρο 2 παράγρ.4) είναι «σκάφος παντός τύπου οιασδήποτε λειτουργίας στον θαλάσσιο χώρο και περιλαμβάνει υδροπτέρυγα σκάφη, καταδυόμενα και επιπλέοντα σκάφη και σταθερές ή πλωτές εξέδρες». Επειδή η MARPOL αναφέρεται στην αποφυγή ρύπανσης της θάλασσας, για τον λόγο αυτό περιλαμβάνει στην έννοια του πλοίου και κατασκευές οι οποίες μπορεί να ρυπάνουν την θάλασσα, όπως οι σταθερές εξέδρες.

« Back to Glossary Index