Earn despatch (to) ALL0-9ABCDEFGHIJKLMNOPQRSTUVWXYZ« Back to Glossary IndexΔικαιούμαι (από πλευράς ναυλωτή) χρηματικού ποσού από επίσπευση (despatch), λόγω του ότι το φορτίο φορτώθηκε ή εκφορτώθηκε σε λιγότερο χρόνο από τον συμφωνηθέντα. Βλ. laytime (laydays), demurrage, despatch. « Back to Glossary Index