Bona fide

« Back to Glossary Index

(λατιν.) Καλή πίστη, αγγλ. good faith. Ένα από τα βασικότερα χαρακτηριστικά σε ένα ασφαλιστήριο συμβόλαιο. Και αν σε ένα συμβόλαιο δεν υπάρξει καλή πίστη από οποιοδήποτε από τα συμβαλλόμενα μέρη, τότε το συμβόλαιο καθίσταται εξ υπαρχής άκυρο (null and void).

« Back to Glossary Index