Convoy

« Back to Glossary Index

Νηοπομπή. (1) Συνοδεία πολλών εμπορικών πλοίων από πολεμικά πλοία για προφύλαξή τους από πολεμική επίθεση. (2) Ομάδα πλοίων που ταξιδεύουν όλα προς μία κατεύθυνση. Στη Διώρυγα του Σουέζ τα πλοία πλέουν και αντιπλέουν εν σειρά, σε νηοπομπές. Πρώτα διέρχεται η μία νηοπομπή και όταν αυτή διέλθει ξεκινά η άλλη που αντιπλέει. Τούτο συμβαίνει λόγω του περιορισμένου εύρους της Διώρυγας, στην οποία δεν μπορούν ταυτόχρονα δύο πλοία να αντιπλέουν.

« Back to Glossary Index