Dry dock

« Back to Glossary Index

Μόνιμη δεξαμενή. Λεκάνη σκαμμένη στην ξηρά που επικοινωνεί με το νερό, στην οποία εισέρχονται τα πλοία για καθαρισμό ή επισκευή των υφάλων τους. Όταν το πλοίο εισέλθει στη δεξαμενή, η είσοδος της δεξαμενής σφραγίζει υδατοστεγώς με θυρόπλοιο (lock-gate). Ύστερα τα ύδατα της δεξαμενής αδειάζουν με αντλίες και το πλοίο επικάθεται στη δεξαμενή για περαιτέρω εργασίες στα ύφαλά του. Αναφέρεται επίσης και σαν graving dock. Σύντμ. DD.

« Back to Glossary Index