Silo ALL0-9ABCDEFGHIJKLMNOPQRSTUVWXYZ« Back to Glossary IndexΣιρός, κν. σιλό. Κατασκευή καθ’ ύψος, συνήθως κυλινδρική η οποία χρησιμεύει για την αποθήκευση σιτηρών και την μετέπειτα εκφόρτωσή τους στα πλοία. Λέγεται και grain silo. « Back to Glossary Index